Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2007

Γιατί στηρίζω τον Τάκη Λεμονή, ή, περί πολιτικών αποφάσεων.





O Carl Schmitt έγραψε ότι η πολιτική είναι πρωτίστως η σφαίρα της απόφασης και ότι η πολιτική απόφαση αφορά πάνω από όλα τον καθορισμό του φίλου και του εχθρού. Θεωρώντας τη στάση που τηρεί ο καθένας μας απέναντι στον νυν προπονητή του ποδοσφαιρικού Ολυμπιακού εξόχως πολιτικό και όχι συναισθηματικό ή προσωπικό θέμα, θα ήθελα να εξηγήσω γιατί θεωρώ τον Τάκη Λεμονή πολιτικό φίλο και όχι εχθρό, παρά τις όποιες καταστάσεις συναγερμού δημιουργούνται με κάθε απώλεια βαθμού στις εγχώριες ή διεθνείς διοργανώσεις.

Η επιβεβλημένη και επί συνεχόμενα έτη αναβαλλόμενη ή αποτυχημένη υλική ανανέωση του ρόστερ της ομάδας πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι που μας πέρασε. Ανεξαρτήτως του πως αισθανήκαμε για κάποιες από τις αποφάσες αποδέσμευσης, γεγονός είναι ότι αποκτήθηκαν παίκτες κατά τεκμήριο από επαρκείς έως πολύ καλοί, σε αντίθεση με τις αμέσως προηγούμενες χρονιές. Σε αρκετά ματς, η ενδεκάδα που παρουσιάστηκε ήταν κατά τα 8/11 αλλαγμένη σε σχέση με την περυσινή. Μια στοιχειωδώς λογική άποψη θα ήταν ότι, με δεδομένες και τις καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση του μεταγραφικού σχεδιασμού, η ενδεκάδα αυτή θα χρειαστεί χρόνο προσαρμογής για να δέσει και να μπορέσει να αξιολογηθεί επαρκώς ούτως ώστε να γίνουν οι όποιες διορθωτικές κινήσεις. Η στάση πολλών εξ ημών όμως δηλώνει την απουσία στοιχειώδους αντίληψης του γεγονότος ότι ο Ολυμπιακός των δέκα πρωταθλημάτων αλλά και των πολλών προβλημάτων στην Ευρώπη έκλεισε τον ιστορικό του κύκλο. Ουσιαστικά τελούμε υπό καθεστώς άρνησης και απώθησης της βασικής αυτής πραγματικότητας.

Αυτό που χρειάζεται αυτή τη στιγμή ο Ολυμπιακός δεν είναι ένας οπαδός-υστερικός συγγενής που αλλάζει κάθε μέρα γνώμη για την ενδεδειγμένη θεραπευτική αγωγή και την υγεία του έχοντος υποστεί εκτεταμένη μετάγγιση αίματος ασθενούς. Είναι ένας οπαδός που αντιλαμβάνεται την σοβαρότητα του εγχειρήματος του καλοκαιριού, που σέβεται έμπρακτα τα ρίσκα που αυτό εμπεριέχει εξ’ ορισμού, και που κρατά στάση ήρεμης εγρήγορσης απέναντι στην κατάσταση της ομάδας, χωρίς να ενδίδει ούτε στον πρόωρο ενθουσιασμό ούτε στον ανεξέλεγκτο αρνητισμό. Είναι δυστυχώς στοιχείο της ανωριμότητας που επιδεικνύουμε ότι στην πράξη, ελάχιστοι από μας μπορούμε να διανοηθούμε την πιθανότητα η ανανέωση να κοστίσει φέτος το πρωτάθλημα, όσο και αν κάναμε ότι καταλαβαίνουμε που βρισκόμαστε μετά το τέλος εποχής λίγους μήνες πριν. Η εύκολη λύση είναι φυσικά η απαξίωση ενός ακόμη προπονητή χωρίς ιδιαίτερη περίσκεψη στο τι θα σημάνει πρακτικά για την σταθερότητα μιας νέας και ευάλωττης ακόμη ομάδας η πίεση στην διοίκηση να βρει στήριγμα για άλλη μια φορά στις σπασμωδικές, ανεύθυνες, και επιπόλαιες αντιδράσεις στις οποίες μας έχει συνηθίσει.

Η πολιτική επιλογή μου είναι να αποφύγω την πυροδότηση μιας τέτοιας διοικητικής αντίδρασης. Η επιλογή αυτή προϋποθέτει την στήριξη του προπονητή, ανεξαρτήτως αποτελεσμάτων, μέχρι το τέλος της σαιζόν. Η επιλογή αυτή δεν βασίζεται στο οποιοδήποτε συναισθηματικό αντίκτυπο του ονόματός του. Ούτε στη βεβαιότητα ότι αυτός είναι ο καταλληλότερος ή ότι είναι καν αντάξιος των απαιτήσεων. Βασίζεται στην πεποίθηση ότι δεν κάνει ενεργητικό κακό σε βάρος της ομάδας και ότι προσπαθεί ειλικρινά να πετύχει κάτι καλό για την ομάδα. Πιθανόν ο Ολυμπιακός του τέλους της σαιζόν να μην είναι ακόμη αρκούντως ικανοποιητικός. Τότε θα πρέπει να γίνει μια ήρεμη, απαλλαγμένη από συναισθηματισμούς και καλά μελετημένη κίνηση αλλαγής του προπονητή, κάτι δηλαδή που δεν έγινε εδώ και πολλά χρόνια. Δεν μπορώ να προδιαγράψω αν ο Λεμονής έχει θέση στο απώτερο μέλλον του Ολυμπιακού της επόμενης πενταετίας. Αυτό για το οποίο είμαι βέβαιος είναι ότι η μόνη πιθανότητα να φτάσει η ομάδα ψυχικά διαλυμένη στο τέλος της σαιζόν είναι να την έχει διαλύσει η συμπαιγνία της δικής μας ανωριμότητας και της διοικητικής ευθυνοφοβίας. Ελπίζω αυτή τη φορά ο κόσμος του Ολυμπιακού να επιδείξει την στοιχειώδη πολιτική ωριμότητα που δεν επέδειξε στο πρόσφατο παρελθόν όταν και αποδείχτηκε παρεξηγήσιμα ακριβός στα πίτουρα και φτηνός στο αλεύρι.

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2007

Τα καβούρια πήγαν διακοπές!


by sotosg7

Φίλοι και φίλες,δε ξέρω αν και πόσο σας έλειψε,αλλά ο «χαλαζίας» είναι και πάλι κοντά σας μετά το διάλειμα του καλοκαιριού.Θα είναι και φέτος εδώ για να σχολιάζει θέματα της επικαιρότητας (και όχι μόνο) που αφορούν τον αγαπημένο μας σύλλογο τον Ολυμπιακό.Τελευταία φορά που τα είπαμε ήταν για την ομάδα Μπάσκετ,τότε που έδινε μια μάχη που κάποιοι είχαν προαποφασίσει το αποτέλεσμά της.Τώρα θα πάρει σειρά το ποδοσφαρικό τμήμα που τόσα έχουν αλλάξει στους μήνες που ο «χαλαζίας» απουσίαζε.

Ας αρχίσω από τη διοίκηση στην οποία θα έχει το κουμάντο ο Πέτρος Κόκκαλης και όχι ο Γιώργος Λούβαρης όπως είχαμε συνηθήσει τα τελευταία χρόνια.Κάποιοι θα αναρωτιέστε ποια είναι η διαφορά.Ουσιαστικά το μόνο που άλλαξε είναι το πρόσωπο που θα εμφανίζεται προς τα έξω,αφού για τα πάντα τον τελικό λόγο θα συνεχίσει να τον έχει ο Σωκράτης Κόκκαλης.Ο Πέτρος όμως δεν θα είναι μόνος του στο νέο ξεκίνημα που κάνει,αφού θα έχει κοντά του,τον καλό του φίλο κι ένα από τα αγαπημένα παιδιά του προέδρου,τον Ιλια Ιβιτς.Τι ρόλο θα έχει ο Ιβιτς?Είναι ο τεχνικός διευθυντής του Ολυμπιακού.Και δε λέω ο νέος,γιατί ποτέ δεν υπήρξε παλιός.Το πόστο αυτό είναι κάτι το πρωτόγνωρο για τον Ολυμπιακό,αφού ο ισχυρός άνδρας της ΠΑΕ ούτε που συζήταγε τέτοιο ενδεχόμενο.Γιατί λοιπόν ο Κόκκαλης έκανε αυτή την κίνηση?Τι άλλαξε και ο πρόεδρος πήρε την απόφαση για την πρόσληψη τεχνικού διευθυντή?Γιατί ο Ιβιτς και όχι ο Καρεμπέ?Υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε πολλές,αλλά το καλύτερο για όλους θα είναι να αφήσουμε το χρόνο να δώσει τις απαντήσεις που ψάχνουμε.

Ο αρχικός σχεδιασμός που υπήρχε πήγε περίπατο και ο Ιβιτς μαζί με τον Λεμονή κλήθηκαν να χτίσουν τον Ολυμπιακό της επόμενης δεκαετίας.Παίκτες που φόραγαν για χρόνια τη φανέλα της ομάδας δεν βρίσκονται στο ρόστερ και το μόνο που έμεινε για να θυμίζει τη χρυσή ομάδα είναι ο αρχηγός της ομάδας Πρέντραγκ Τζόρτζεβιτς.Συνολικά έφυγαν από το λιμάνι 15 παίκτες εκ των οποίων κάποιοι δεν ακούμπησαν και κάποιοι άλλοι πρόσφεραν τα μέγιστα.Ετσι μια ντουζίνα από παίκτες ήρθαν για να ενισχύσουν την ομάδα και να πραγματοποιηθεί η περιβόητη ανανέωση.Μια ανανέωση που έγινε τόσο σε πρόσωπα όσο και σε ηλικία.

Η σημαντικότερη όμως διαφορά με τα προηγούμενα χρόνια ήταν πως βγήκαν από τα ταμεία της ομάδας μερικά εκατομμύρια ευρώ.Τα καβούρια είχαν πάει διακοπές και ο Ολυμπιακός κινήθηκε για παίχτες αξίας που δεσμεύονταν με συμβόλαια.Φαίνεται πως το πάθημα έγινε μάθημα και ο πρόεδρος δεν αρκέστηκε στις μεταγραφές ελεύθερων παικτών.Αν ο Ολυμπιακός μπορούσε κάθε χρόνο να κάνει μεταγραφές σαν τις φετινές θα είχε περάσει σε άλλο επίπεδο.Ελπίζω να έγινε η αρχή και να μη χρειαστεί να περιμένουμε μια δεκαετία για να ξαναδούμε μεταγραφές τέτοιου επιπέδου.Δε θα κάνω κριτική στις μεταγραφές,μπορεί να λείπει το όνομα που θα έκανε πάταγο,αλλά για καθείστε να σκεφτείτε τις ομάδες και τις χώρες από όπου ήρθαν οι νέοι μας παίκτες.Ομάδες σαν τη Ρεάλ και την Ατλέτικο και χώρες όπως η Ισπανία και η Αργεντινή μόνο αμελητέες ποσότητες δεν μπορούν να θεωρηθούν.

Η ομάδα είναι νέα και χρειάζεται δουλειά και υπομονή.Και πάνω από όλα να λείψει η γκρίνια από την εξέδρα.Αυτή η γκρίνια που τόσο κακό μας έχει κάνει τα τελευταία χρόνια.Πολλοί έχετε παράπονα και δε σας αδικώ.Ας κάνουμε όμως υπομονή και να μη βιαστούμε να βγάλουμε συμπεράσματα.Η κληρωτίδα φέτος ήταν πιο σκληρή από κάθε άλλη χρονιά και έφερε στο δρόμο μας ομάδες από τα καλύτερα πρωταθλήματα της Ευρώπης.Η τύχη μας γύρισε την πλάτη και ο Ολυμπιακός κινδυνεύει να τερματίσει τέταρτος για άλλη μια χρονιά.Μια χρονιά όμως που η ομάδα δεν έμεινε αβοήθητη από τον πρόεδρο της.Ισως αυτή να είναι και η τιμωρία του για τα χρόνια που η ομάδα αιμοραγούσε και κοίταγε να καλύψει πρόχειρα τις πληγές της.Αυτά έχει η ζωή κι έτσι πρέπει να παλέψουμε.Η μάχη μοιάζει χαμένη από το απόγευμα που κληρωθήκαμε με Ρεάλ,Βέρντερ και Λάτσιο,αλλά η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία.Και για να μην παραμυθιαζόμαστε δε μιλάω για πρόκριση στην επόμενη φάση του Τσάμπιονς Λιγκ.Η μάχη έχει να κάνει με το να βγούμε τρίτοι και να μπούμε στους 32 του κυπέλλου Ουέφα.Αυτός είναι ο στόχος και γι αυτόν πρέπει να παλέψουμε.Ξέρω πως σε κάποιους φαίνεται λίγο και μικρό,αλλά το Ουεφάκι που κοροιδεύαμε είναι η μόνη μας σωτηρία.Μακάρι να μπορούσαμε κάθε χρόνο να παίζουμε για κάποιους γύρους στο Ουέφα,ίσως σήμερα να είχε έρθει η ευρωπαική καταξίωση και να μιλάγαμε για άλλο Ολυμπιακό.Μακάρι να καταφέρουμε να παίξουμε στο κυπελλάκι που κάποιοι συνεχίζουν να σνομπάρουν,αλλά αποτελεί τη μόνη μας ελπίδα για βαθμούς.Τους βαθμούς που τόσο πολύ έχουμε ανάγκη για ένα καλύτερο πλασάρισμα στα γκρουπ δυναμικότητας.

Και για όσους δεν το έχουν καταλάβει,του χρόνου ο δρόμος για τη μεγάλη γιορτή και το περιβόητο σεντόνι,περνάει από τα προκριματικά του καλοκαιριού.Τα προκριματικά που στην καλύτερη περίπτωση θα είναι αυτά του Αυγούστου και του γ΄ προκριματικού γύρου.Εκεί που εμφανίζονται κάποια από τα μεγαθήρια της Ευρώπης προκειμένου να πάρουν το εισητήριο που οδηγεί στους ομίλους.Δυστυχώς τόσα χρόνια είχαμε την πολυτέλεια της απευθείας συμμετοχής στους ομίλους,αλλά την αφήσαμε να πάει χαμένη.Η Ελλάδα κατρακύλησε στη βαθμολογία των χωρών και εμείς θα βρεθούμε σε δύσκολη θέση αν δεν καταφέρουμε να μαζέψουμε ένα σεβαστό σύνολο βαθμών.

Βλέπετε τα τελευταία δυο χρόνια η ομάδα έκανε άλματα προς τα πίσω συγκεντρώνοντας ελάχιστους βαθμούς.Η έδρα που ήταν κάστρο έγινε ξέφραγο αμπέλι με τις γνωστές συνέποιες.Αυτό φοβήθηκε και ο Λεμονής στο πρόσφατο παιχνίδι με τη Λάτσιο.Κατέβασε την ομάδα με στόχο να μην έχουμε την επανάληψη των προήγουμενων ετών.Σίγουρα ο βαθμός είναι λίγος και μπορούσαμε να έχουμε πάρει τη νίκη,αλλά τι είχαμε κάνει στις πρεμιέρες με το Νορβηγό στον πάγκο μας?Σίγουρα ο Λεμονής δεν είναι και ο καλύτερος προπονητής του κόσμου,αλλά από τη στιγμή που δεν μπορούμε να έχουμε έναν από τους κορυφαίους,πρέπει να αρκεστούμε σε αυτόν και να τον στηρίξουμε στο δύσκολο έργο του.Καλύτερα προπονητής από τα σπλάχνα της ομάδας που θα την πονάει,παρά τυχάρπαστους «Νορβηγούς» που κοιτάνε μόνο την πάρτη τους.Η΄ μήπως πιστεύει κάποιος από εσάς οτί θα έρθει ο Μουρίνιο στην Ελλάδα?Θα το ακούσουμε και αυτό για τις λιγες μέρες που θα κυκλοφορεί ελεύθερος στην αγορά.

Και κλείνοντας θα κάνω μια μικρή αναφορά στα μεγραφικά του Μπάσκετ.Εκεί που οι Αγγελόπουλοι δε σκέφτηκαν και δε θα σκεφτούν το χρήμα προκειμένου να επιστρέψει ο Ολυμπιακός στην κορυφή.Στη χρονιά που μας πέρασε έκανα λόγω για μεγάλες μεταγραφές και άφηνα υπονοούμενα για συγκεκριμένο παίχτη.Δικαιώθηκα μόνο στο γεγονός,πως ο Ολυμπιακός δε θα κάνει μόνο μια υπερατλαντική μεταγραφή.Ετσι κι έγινε μόνο που ο Σαρούνας Γιασιτσκεβίτσιους δε ξέρει να κρατά το λόγο του.Γνώριζα από Φλεβάρη μήνα πως αν πάρει την απόφαση να εγκαταλείψει το μαγικό κόσμο του ΝΒΑ και να γυρίσει στην Ευρώπη θα έρθει στον Ολυμπιακό.Η πηγή μου ήταν έγκυρη αφού την περασμένη χρονιά με είχε πληροφορήσει για τον ερχομό του Ματσιγιάουσκα.Οι Αγγελόπουλοι του πρόσφεραν γη και ύδωρ(πως αλλιώς να πω ένα συμβόλαιο 5 εκ. ευρώ το χρόνο),αλλά αποδείχτηκε πως δεν φοράει παντελόνια.Τι άλλαξε και τι άλλο ήθελε δεν το γνωρίζω.Το μόνο που ξέρω είναι πως τα δυο αδέρφια δε θα υσηχάσουν αν δεν επαναφέρουν τον Ολυμπιακό εκεί που του αξίζει.Γι αυτό δεν αξίζει η απαξίωση στη φετινή τους προσπάθεια και στα 15 και βάλε εκατομμύρια που δαπάνησαν για την ενίσχυση της ομάδας.

Καλό χειμώνα σε όλους....!!!

Πέμπτη 9 Αυγούστου 2007

ΗΤΑΝ ΟΛΟΙ ΤΟΥΣ ΑΜΠΑΛΟΙ

Ο μέσος οπαδός του Ολυμπιακού που θα διαβάσει αθλητική εφημερίδα, θα ακούσει αθλητικό ραδιόφωνο ή θα κινηθεί σε διαδικτυακούς χώρους συζητήσεων, αν δεν ρίχνει τακτικά το βλέμμα του στο ημερολόγιο, εύκολα θα παρασυρθεί στο συμπέρασμα ότι βρισκόμαστε στα τέλη Απριλίου και η ομάδα μας έχει και μαθηματικά υποβιβαστεί στην Β’ Εθνική.Άπαντες βάλουν κατά απάντων και ένας μυστήριος διχασμός επικρατεί ανάμεσα σε υποστηριχτές και πολέμιους κάθε ενός προσώπου και επιλογής που αφορά στο ποδοσφαιρικό τμήμα του Ολυμπιακού. Ο πλουραλισμός και η ποικιλία απόψεων ποτέ δεν έβλαψε, φτάνει να μιλάμε για νηφάλιες και τεκμηριωμένες τοποθετήσεις κι όχι για κραυγές, οιμωγές, πανηγυρισμούς και ψιθύρους, με σταθερότητα ανεμοδείκτη και virtual επιχειρηματολογία.

Από την δικαιολογημένη αγωνία και αγανάκτηση λόγω της εξοργιστικής απώλειας χρόνου στην έναρξη της μεταγραφικής περιόδου, περάσαμε στην ομοίως δικαιολογημένη δυσπιστία και επιφύλαξη απέναντι στις διοικητικές αλλαγές που έλαβαν χώρα στην ομάδα. Από ΄κει με την ανακοίνωση των πρώτων μεταγραφών άρχισε η άκρατη θριαμβολογία και εν συνεχεία έλαβε χώρα ο παραλίγο εμφύλιος για το θέμα Καστίγιο, όπου πέραν του ερωτήματος αν πρέπει να πωληθεί ή όχι και σε ποιά τιμή, σημειώθηκε διχασμός και για το πόσο αξίζει τελικά ο εν λόγω ποδοσφαιριστής. Ακολούθως άρχισε η παραφιλολογία του παντελονιάσματος του ποσού της μεταγραφής Καστίγιο οπότε επικράτησε παγωμάρα λόγω της ύφεσης της μεταγραφικής δραστηριότητας της ομάδας και φτάνουμε στην έναρξη των φιλικών αγώνων της ομάδας.

Κακομαθημένοι σε τίτλους και «παιχταράδες» νεαροί της τελευταίας δεκαετίας, συμπλεγματικοί 30άρηδες με την ανάμνηση των πέτρινων χρόνων να τους κυνηγά ακόμη στον ύπνο τους, ξεχασμένοι σε μια άλλη εποχή μεσήλικες και γηραιότεροι οπαδοί του Ολυμπιακού, όλοι μαζί κι ο καθένας ξεχωριστά βάλουν κατά δικαίων και αδίκων και απαξιώνουν το υλικό μιας ομάδας που ανάθεμα αν ένας από τους ποδοσφαιριστές μπορεί να απαριθμήσει τα μικρά ονόματα όλων των συμπαικτών του. Εν ενεργεία διεθνής ποδοσφαιριστής της Εθνικής Αργεντινής χαρακτηρίζεται παλτό ή ημίπαλτο μετά τα πρώτα 60 λεπτά ενός φιλικού με τον Πανιώνιο.

Ο τεχνικός διευθυντής της ομάδας (που μέχρι πρότινος ετοιμαζόταν να αντικρύσει τον αδριάντα του στην είσοδο του λιμανιού του Πειραιά) μετατρέπεται σε κορόϊδο που σκορπάει τα λεφτά της ομάδας σε παίκτες που δεν τα αξίζουν ή σε λαμόγιο που φουσκώνει τις τιμές για να κονομήσει 1 εκ. ευρώ ο μεγαλομέτοχος της ομάδας (ο οποίος συγκαταλέγεται στους πλέον εύπορους Έλληνες). Ο προπονητής της ομάδας, εγνωσμένης προπονητικής μετριότητος, οφείλει να απολογηθεί γιατί η ομάδα δεν αποδίδει θέαμα και αποτελέσματα στο πρώτο δεκαήμερο του Αυγούστου (δικαίως κάποιος έβαζε στοίχημα ότι αν η ομάδα είχε φορμαριστεί οι ίδιοι θα πετροβολούσαν τον Λεμονή για το πρόωρο φορμάρισμα). Στο πρώτο φιλικό της ομάδας στην έδρα της οι φίλαθλοί της την αποχαιρετούν με γιούχα και ρίψη μπουκαλιών, στο δε δεύτερο φιλικό εντός 48 ωρών κατά το μήνα Αύγουστο οι κραυγές αποδοκιμασίας ξεπερνούσαν και αυτές της φιέστας. Ο δε Πανιώνιος πάει καρφί για διηπειρωτικό…

Στο γενικότερο πλάνο θα πρέπει να προστεθούν αθλητικογράφοι οι οποίοι ως νέοι Ιάγοι, προκειμένου να εκμαιεύσουν 1 ευρώ, δεν έχουν πρόβλημα να γράφουν πομφόλυγες απελπισίας που κονταροκτυπιούνται με πομφόλυγες θριάμβου στο προηγούμενο φύλλο. Κι ο οπαδός που στη μοναξιά της γνώσης του τί πραγματικά χρειάζεται η ομάδα αλλά στην ΠΑΕ είναι όλοι άσχετοι και λαμόγια (αν και οι σχιζοφρενείς πρακτικώς δεν είναι ποτέ μόνοι, όπως λέει κι ένα τραγούδι), καταπίνει αμάσητα όσα πνευματικά απορρίματα τον ταΐζουν, «αφού το λέει κι ο Στόκος που γράφει στην Χέστηκεηφοράδαστογενίτζαμί News» και βρίσκει συντροφιά στο trip της εφαρμοσμένης παράνοιας.

Η εικόνα της ομάδας προς το παρόν είναι μάλλον αποκαρδιωτική. Το περίεργο βέβαια, με δεδομένη την χρονική συγκυρία, την φάση της προετοιμασίας, την ευρύτατη αλλαγή προσώπων αλλά και τα κενά του ρόστερ, θα ήταν να προσφέρει jogo bonito. Φαίνεται ότι οι περσινοί ευρωπαϊκοί διασυρμοί που ακολούθησαν τις περηφανείς νίκες της προετοιμασίας δεν προβλημάτισαν κανέναν. Προσφάτως διαζευχθείσα με την κοινή λογική, η πλατιά μάζα των οπαδών της ομάδας ζητάει από τον Κόκκαλη να πουλήσει την ομάδα στους Αγγελόπουλους, τους Λάτσηδες, το Σουλτάνο του Μπρουνέι ή τον Μπιλ Γκέϊτς, να σκάσει και καμμιά διακοσάρα από όσα βούτηξε από το ταμείο και να φύγει, από τον Ίβιτς πριν πλησιάσει κάποιον παίκτη ή κάποια ομάδα να συμβουλεύεται τα οπαδικά φόρα που έχουν τσεκάρει τον παιχταρά από βιντεάκια των 5 λεπτών στο Youtube, από τον Λεμονή να κουβαλήσει στην πλάτη του τον Λίπι, τον Λουξεμπούργκο τον Αλέφαντο ή τον Λίνεν στον Ρέντη και μετά να αυτοπυρποληθεί στην πλατεία Δημαρχείου, οι δε άχρηστοι παίκτες ή να παίξουν την μπάλα της ζωής τους αλλιώς θα τους γονιμοποιήσουν οι ίδιοι οι οπαδοί τους ή να σηκωθούν να φύγουν και να πάνε να μονάσουν στο Κατμαντού. Κι όλα αυτά με επιχειρήματα του στυλ «ο μεγάλος παίκτης παίζει αμέσως, όπως ο Μαραντόνα, ο Κρόιφ κι ο Τοροσίδης».

Ο Κλιντ Ήστγουντ ως Επιθεωρητής Κάλλαχαν έχει εκστομίσει μια από τις ιστορικότερες ατάκες στην ιστορία του κινηματογράφου, συσχετίζοντας την προσωπική άποψη με την φυσική οπή αποβολής περιττωμάτων. Λίγη αυτοσυγκράτηση πριν η ομάδα πνιγεί στα περιττώματα είναι αναγκαία. Εν ανάγκη, καλοκαιράκι είναι, μια βουτιά στην θάλασσα ή ένα κρύο ντους ενδείκνυται.

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2007

Ποδόσφαιρο και Φιλοσοφία - Μέρος Β



Ποδόσφαιρο και Φιλοσοφία

Του Étienne de La Boétie

Μέρος Β


3. Ατομικότητα και Συλλογικότητα

Ομαδικότητα ή ατομικό ταλέντο, προπονητικό σκάκι ή ποίηση του απρόβλεπτου, Ολλανδία του Κρόυφ ή Βραζιλία του Πελέ: Αυτά είναι μερικά από τα διλήμματα τα οποία δίχασαν, διχάζουν και θα συνεχίσουν να διχάζουν τους ποδοσφαιρόφιλους ανά την υφήλιο. Όχι άδικα, μιας και το ποδόσφαιρο είναι, περισσότερο από κάθε άλλο ομαδικό άθλημα, το πεδίο συμβολικής διαπραγμάτευσης ανάμεσα στις απαιτήσεις της ατομικής μοναδικότητας και της συλλογικής αρμονίας που απασχόλησαν την φιλοσοφική και κοινωνική σκέψη, ιδιαίτερα μετά την βιομηχανική επανάσταση.

Υπάρχουν, ως εκ τούτου, οπαδοί που φιλελευθερίζουν, υποστηρίζοντας μαζί με τον Άνταμ Σμιθ ότι η συλλογική ευτυχία θα έρθει μόνη της, όταν δωθεί αρκετός χώρος στην έκφραση της ατομικής πρωτοβουλίας. Άλλοι που Μαρξίζουν-Λενινίζουν, θεωρώντας ότι η ατομική έκφραση μπορεί να δικαιωθεί μόνο μέσα από την εκπλήρωση του αιτήματος της συλλογικής νίκης στον αγώνα. Και άλλοι, σαφώς λιγότεροι, που Μπακουνίζουν, διατηρώντας επιφυλάξεις τόσο για τον ανομολόγητο οικονομισμό της λατρείας του ατομικού ταλέντου όσο και για τον υποβόσκοντα ολοκληρωτισμό της εξιδανίκευσης της πειθαρχημένης οργάνωσης της συλλογικότητας. Στο ιστορικό πεδίο όπως γνωρίζουμε, νικητής αναδείχτηκε ο φιλελευθερισμός του Σμιθ και των ιδρυτών της καπιταλιστικής πολιτικής οικονομίας. Όχι τυχαία, το ποδόσφαιρο ως προϊόν μηντιακής εκμετάλλευσης βασίζεται στην έννοια του ατομικού ταλέντου, και κατ’ επέκταση στην εικόνα των ποδοσφαιρικού σταρ, των Πελέ της ποδοσφαιρικής πολιτικής οικονομίας. Το Σοβιετίζον πρότυπο του “ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου,” από την άλλη πλευρά, μοιάζει να έχει μπει στο ίδιο χρονοντούλαπο της ιστορίας με τα πενταετή πλάνα ανάπτυξης της πρώην ΕΣΣΔ, ενώ το επίθετο “άναρχο” χρησιμοποιείται επιτιμητικά, για να καταδείξει το ανοργάνωτο και άρα εκ πρωιμίου καταδικασμένο σε αποτυχία ποδόσφαιρο.

Από την πλευρά της, η φιλοσοφία, μετά τον τιτάνιο αλλά τελικά άκαρπο αγώνα του Σαρτρ στην Κριτική του Διαλεκτικού Λόγου, έχει σταματήσει να προσπαθεί να διατυπώσει ολοκληρωμένες προτάσεις για την δυνατότητα υπερκερασμού της πεισματικής αντίθεσης ανάμεσα στην ατομική και συλλογική διάσταση των κοινωνικών υποκειμένων, δικαιώνοντας την διάσημη ρήση του Μαρξ (στη Γερμανική Ιδεολογία) ότι κάθε κοινωνία θέτει στον εαυτό της μόνο τα προβλήματα αυτά που μπορεί να επιλύσει. Στο ποδόσφαιρο όμως, η πρακτική της επιτυχημένης ομάδας επιβάλλει την άμβλυνση των αλληλοσυγκρουόμενων επιταγών και προτεραιότητων των δύο πόλων. Η ομάδα “παίζει μπάλα” στον βαθμό που ατομική πρωτοβουλία και συλλογικότητα συναντώνται και αλληλομεταμορφώνονται, στο βαθμό δηλαδή που υπερβαίνονται αμφότερες διαλεκτικά. Η σύνθεση αυτή προσφέρει, έστω παροδικά, την εμπειρία μιας ουτοπικής υπέρβασης τόσο των αντιφάσεων της κοινωνικο-ιστορικής πραγματικότητας όσο και των ορίων της δυνατότητας “θεωρητικής” επίλυσής τους. Αυτή την υπερβατική και συνάμα αισθητή και παροντική promesse de bonheur το ποδόσφαιρο τη μοιράζεται με την ουτοπικότερη και ίσως όχι τυχαία λιγότερο αναπαραστατική των τεχνών, τη μουσική. Αν και το φαντασιακό των ποδοσφαιρικών συστημάτων παραπέμπει στην οργάνωση του στρατιωτικού τάγματος εν ώρα μάχης, ο γράφων θα θεωρούσε σαφώς πιο παραγωγικό τον παραλληλισμό της σωστής ποδοσφαιρικής λειτουργίας με την λειτουργία της μουσικής μπάντας.

4. Dasein, οντολογία και ποδοσφαιρική ανία

Κάθε ποδοσφαιρόφιλος που σέβεται τον εαυτό του έχει περάσει έναν ικανό αριθμό απογευμάτων αντιμέτωπος με την ποδοσφαιρική ανία ενός οπαδικά αδιάφορου για τον ίδιο αγώνα—τις αργόσυρτες εκείνες στιγμές κατά τις οποίες ο χρόνος μοιάζει να μετεωρίζεται, η μπάλα να κυλά άσκοπα, οι ίδιοι οι ποδοσφαιριστές να υπνωτίζονται από τον ρυθμό τους, και η ματιά χάνεται στη δίνη σκόρπιων και ανερμάτιστων λεπτομερειών. Η τελευταία σέντρα φάνηκε εξ αρχής ότι δεν πρόκειται να καταλήξει πουθενά και το μάτι έχει ήδη επανεστιάσει στη γυαλιστερή καράφλα του μπροστινού, στη διαφημιστική ταμπέλα πίσω από τα γκολποστ, στον βαριεστημένο εκτός φάσης αμυντικό, ή στον έναστρο ουρανό, ψάχνοντας προσωρινό καταφύγιο από την ανυπαρξία οπτικού αγκυροβολήματος, ενώ ταυτόχρονα, ασήμαντα θραύσματα από την μέρα στο γραφείο, τα ψώνια στο σουπερμάρκετ, ή την κίνηση στο δρόμο για το γήπεδο αιωρούνται ράθυμα στο μυαλό.

Σε γενικές γραμμές ο επαγγελματικός αθλητισμός τρέμει την ανία, την απροειδοποίητη εμφάνιση δηλαδή της δίνης που απομακρύνει τον θεατή από την μελέτη του φαινομενικού κόσμου της δράσης και των γεγονότων και τον βυθίζει στο βουβό, α-νόητο κόσμο της ύπαρξης του ιδίου του όντος, της αβύσσου δηλαδή του Χαιντεγκεριανού Dasein. Για τον Χαίντεγκερ, βέβαια, και η φιλοσοφία, προσκολλημένη καθώς είναι στην ταύτιση του υποκειμένου με την έλλογη συνείδηση, τρέμει την άνοια της αβύσσου αυτής: Το όλο εγχείρημα της φιλοσοφικής μεταφυσικής δεν είναι έτσι τίποτε άλλο από μια προσπάθεια να περιβληθεί από τη λήθη και να απωθηθεί η αποκάλυψη της α-λήθειας του χαίνοντος κενού του γυμνού είναι. Υπάρχει ως εκ τούτου μια ενδιαφέρουσα αναλογία μεταξύ της ιστορίας της φιλοσοφίας και της ιστορίας της εξέλιξης του ποδοσφαίρου από Χαιντεγκεριανή σκοπιά: όπως η ΦΙΦΑ ή η ΟΥΕΦΑ, η φιλοσοφία έχει κηρύξει πόλεμο κατά της εμπειρίας του είναι-ως-ανία και έχει εφεύρει κάθε λογής περιορισμούς και κανόνες για να εξολοθρεύσει τον αντίπαλό της—μάταια φυσικά, και στις δύο περιπτώσεις.

Θα ήταν όμως λάθος να θεωρήσει κανείς ότι ως αβάσταχτη ελευθερία από την προσκόλληση στο ανθρωποκεντρικό και έλλογο νόημα των φαινομένων, η ανία βιώνεται μονοσήμαντα ως αρνητική εμπειρία. Υπάρχει στο ποδόσφαιρο (όπως και στο μπέιζμπολ, τον πραγματικό από αυτή την άποψη συγγενή του ποδοσφαίρου στην Αμερική) μια σχεδόν ευφορική διάσταση στην παράδοση του θεατή στην ενατένιση του στατικού κόσμου του Dasein. Πηγαίνει κανείς στο γήπεδο με την προσδοκία να δει έναν ενδιαφέροντα αγώνα, ναι, αλλά επίσης συμφιλιωμένος με το ενδεχόμενο να καταλήξει επέκεινα του ενσυνείδητου εαυτού του, μαγνητισμένος από το σακουλάκι με τα τσιπς, τη φθορά στο μπρος μέρος των παπουτσιών του, ή τον ακριβή σχηματισμό του γονάτου του. Προετοιμασμένος, με άλλα λόγια, να βυθιστεί για λίγο στη βουβή και αδικαιολόγητή του ύπαρξή του ως ον, να αφουγκραστεί τον αδιόρατο παλμό του εαυτού του ως απλόν είναι. Δεν είναι άραγε η δυνατότητα ενός εξόχως ανιαρού Κυριακάτικου απογεύματος στον ανοιξιάτικο ήλιο αντί της υστερικά υπεραπασχολημένης και θορυβώδους κοινωνικότητας των ημερών μία από τις κρυφές και ανομολόγητες ηδονές του ανθρώπου που καλλιεργεί την συνήθεια του γηπέδου?

5. Η Ποιητική του Άυλου Ποδοσφαίρου

Μιλήσαμε μόλις για μία από τις φιλοσοφικά ενδιαφέρουσες εμπειρίες του ποδοσφαιρόφιλου θεατή στο γήπεδο. Στην ευρύτερη οικογένειά του γράφοντος, το επαγγελματικό ποδόσφαιρο ήταν κάτι που παρακολουθούσε κανείς δια ζώσης κατ’ εξαίρεση, συνήθως όταν ερχόταν στην πόλη για ένα από τα τρία τοπικά ντέρμπυ ο Ολυμπιακός. Ούτε όμως, τουλάχιστον μέχρι να κλείσει η δεκαετία του 70, ήταν κάτι που έβλεπε κανείς από τον τηλεοπτικό δέκτη. Το επαγγελματικό ποδόσφαιρο ήταν μία μάλλον ακουστική εμπειρία με έντονο το τελετουργικό στοιχείο: Κυριακή απόγευμα σήμαινε συγκέντρωση άρρενων μελών στο πατρικό σπίτι γύρω από το τοτεμικό αντικείμενο ενός ραδιοφώνου μάρκας, αν ενθυμείται ο γράφων σωστά, Crown. Ως το κατά πολύ νεότερο μέλος μιας φυλής πέντε γαύρων τριών γενεών, ο γράφων διατηρεί την θύμηση της ευτυχίας της συμμετοχής σε αυτή την ιδιότυπη και κλειστού κύκλου μυσταγωγία, που εκ των υστέρων μοιάζει να υπέχει το χαρακτήρα μύησης στα μυστήρια της οικογενειακής ταυτότητας και της ενήλικης αρρενωπότητας.

Οι απαρχές λοιπόν της συμμετοχής στην ποδοσφαιρική μαγεία ήταν ακουστικές, και πιο συγκεκριμένα, άμεσα συνδεδεμένες με τον λόγο, τον ρυθμό εκφοράς του, τις δραματικές παύσεις του, την δυναμική των μεταφορών του. Για όσους πρόλαβαν τις “μέρες ραδιοφώνου” δεν θα φανεί παράξενη αυτή η φαινομενικά παράδοξη σύνδεση μεταξύ ενός χαμηλού πολιτιστικού πρεστίζ αθλήματος και της έκθεσης στην κατά κυριολεξία ποιητική δυναμική του λόγου, στην έκθαμβη παιδική αναγνώριση της ικανότητάς της φωνής να ποιήσει ένα άυλο, παράλληλο, ετεροτοπικό κόσμο όπου οι ενέργειες των παικτών, επειδή ακριβώς βασιζόντουσαν στην συμμετοχή της εικονοποιητικής φαντασίας του ως ακροατή, ήταν πάντα κατά τι εντυπωσιακότερες, πιο ακροβατικές, και περισσότερο ηρωικές από αυτές της πραγματικότητας. Στο άυλο γήπεδο των ραδιοκυμάτων, κάθε φάση μύριζε γκολ, οι ευκαιρίες ήταν σαφώς πολυπληθέστερες, οι αποστάσεις των γραμμών σαφώς μικρότερες, οι παίκτες έτρεχαν δαιμονισμένα ή εξαφανιζόντουσαν εντελώς απ’ το πεδίο της περιγραφής, και η μπάλα είχε ένα τρόπο να διακτινίζεται ασυνεχώς από το ένα σημείο του γηπέδου στο άλλο.

Στο δοκίμιό του “Ο Αφηγητής Ιστοριών,” ο Βάλτερ Μπένγιαμιν αναλύει διεξοδικά τον λαϊκό και προ-βιομηχανικό ρόλο του προφορικού αφηγητή, δίνοντας έμφαση στην συλλογική και διαδραστική διάσταση της άφηγησης στην προ-καπιταλιστικές κοινωνίες, σε αντίθεση με το αστικό milieu του μυθιστοριογράφου, όπου ο λόγος, γραπτός πλέον, απευθύνεται σε απομονωμένους αναγνώστες-καταναλωτές. Ανάλογης υφής φαίνεται να είναι το πέρασμα από το φωνοκεντρικό ποδόσφαιρο του ραδιοφώνου στο εικονοκεντρικό θέαμα του συνδρομητικού καναλιού, που εξαντλώντας με τα τεχνολογικά του μέσα την εικόνα των διαδραματιζομένων, έχει καταστήσει τον οπαδό απλό αποδέκτη ενός ήδη επεξεργασμένου προϊόντος. Αυτός πιθανόν είναι ένας από τους λόγους που οι μεγαλύτεροι σε ηλικία έχουν την τάση να θεωρούν πάντα τους ποδοσφαιριστές με τους οποίους μεγάλωσαν σπουδαιότερους από τους τωρινούς: Η τάση εξιδανίκευσης και γιγάντωσης των κάθε λογής παρελκομένων της παιδικής ηλικίας συναντά την μνήμη της σαγήνης ενός ποδοσφαίρου που δεν είχε ακόμη απομαγευτεί από την τηλεοπτική τεχνολογία.

6. Περί του πέναλτι ως φιλοσοφικού παραδείγματος

Τι είναι το πέναλτι? Μία ποινή φυσικά, η οποία εκτελείται υπό το κανονιστικό καθεστώς αυτού που ο Καρλ Σμιτ ονομάζει “κατάσταση εξαίρεσης,” μίας κατάστασης, δηλαδή που παραδόξως επιβάλλει την ισχύ των κανονισμών αίροντας για λίγο τους κανόνες του παιχνιδιού: Ο χρόνος παγώνει και οι παίκτες τοποθετούνται αναγκαστικά έξω από την μικρή περιοχή, χωρίς δικαίωμα να επεισέλθουν στο χώρο μέχρι η μπάλα να φύγει από τα πόδια του ποδοσφαιριστή που εκτελεί. Τα δρώντα υποκείμενα είναι μόνο δύο, αντιμέτωπα το ένα με το άλλο σε συγκεκριμένη απόσταση και θέση. Η στιγμή έχει σαφώς τελετουργικές διαστάσεις: Περιβάλλεται από την επισημότητα, τον σεβασμό στην ακριβή στιγμή της πράξης και την γεμάτη ένταση σιωπή των τελετουργικών κορυφώσεων. Αν οι όροι “εκτέλεση” και “εκτελεστής” από την άλλη μοιάζουν να δίνουν στην έννοια της ποινής μια μάλλον κυριολεκτική διάσταση, το γεγονός είναι ότι το πέναλτι είναι μια κατ’ εξαίρεσιν δυνητικά αναίμακτη ποινή, μιας και υπάρχει πάντα η δυνατότητα να μην καταλήξει σε γκολ.


Η διάσταση αυτή της παρέκκλισης από τις μονοσήμαντα τιμωρητικές διαστάσεις που συνδηλώνει η έκφραση “εσχάτη των ποινών” μας αναγκάζει να προσθέσουμε ένα επιπλέον, πιστεύω καθοριστικής σημασίας, συμβολικό στρώμα σε αυτά της τελετουργίας και του νόμου. Πρόκειται για την συμβολικό πρότυπο της μονομαχίας μεταξύ ίσων, που εδώ παραπέμπει σε αρχαϊκού είδους πρακτικές. Ο εκτελεστής και ο τερματοφύλακας αντίστοιχα δεν ενεργούν απλώς εκ μέρους του εαυτού τους και η σύγκρουσή τους δεν είναι στενά προσωπική. Καθένας τους κουβαλάει επάνω του τη μοίρα ολόκληρης της ομάδας-φυλής που εκπροσωπεί, και άρα και την ευθύνη για τη μοίρα αυτή. Αν μίλησα για αρχαϊκές πρακτικές, επομένως, είναι γιατί η εκτέλεση πέναλτι επαναλαμβάνει συμβολικά τους αρχαίους Ελληνικούς και Ρωμαϊκούς θρύλους στρατών που, εξαντλημένοι από τις απώλειες της μάχης, διαλέγουν από έναν εκπρόσωπο και του ζητούν να επιλύσει τις συλλογικές διαφορές δια της ατομικής σύγκρουσης μέχρι θανάτου. Δίχως αυτή την διάσταση της συλλογικής ευθύνης που μετατίθεται σε “εκπροσώπους,” το πέναλτι δεν θα είχε το υπαρξιακό βάρος που έχει (αν σκεφτεί κανείς ότι η ομάδα με τη σειρά της αντιπροσωπεύει ένα έθνος ή μια πολυπληθή συλλογικότητα, η οποία για μια στιγμή βαραίνει εξ’ ολοκλήρου ένα και μόνο σώμα, τότε αποκτά την συναίσθηση των τρομακτικών διαστάσεων που δυνητικά αποκτά η προσωπική ευθύνη, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις αγώνων ύψιστης σημασίας). Το πέναλτι, ως εκ τούτου, έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει στους δύο παίκτες μια προσομοίωση της συντάραξης της ύπαρξης από τις επιταγές της δυσβάστακτης ευθύνης της απόφασης, εν ολίγοις του υπαρξιακού σύμπαντος του Άμλετ. Όχι τυχαία, Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι του Βιμ Βέντερς (1972) εκκινείται από αυτήν ακριβώς την ανακάλυψη της υπαρξιακής βαρύτητας που εν δυνάμει συνοδεύει κάθε ποδοσφαιρικό πέναλτι.


Το πέναλτι, τέλος, διδάσκει κάτι σημαντικό για την φιλοσοφική κατανόηση της έννοιας της απόφασης. Αν και συνηθίζουμε να θεωρούμε ότι η λήψη αποφάσεων είναι μια διαδικασία έλλογη και βασισμένη στον υπολογισμό ή το σχεδιασμό, καμμία γνήσια απόφαση, όπως δείχνουν κατ΄επανάληψη τόσο ο Σμιτ όσο και ο Ντεριντά, δεν θα ήταν εφικτή χωρίς την εθελούσια εγκατάλειψή μας σε αυτό ακριβώς που δεν μπορούμε να προβλέψουμε ή να ελέγξουμε. Αλλιώς δεν θα υπήρχε λόγος να μιλήσουμε για την απόφαση ως υπαρξιακό δεδομένο, μιας και αποφάσεις εκ του ασφαλούς δεν θα ήταν αποφάσεις αλλά αυτοματισμοί, ενέργειες που δεν θα είχαν κανένα υπαρξιακό βάρος για το ανθρώπινο υποκείμενο. Ο Αβραάμ, για παράδειγμα, δεν παίρνει την απόφαση να υπακούσει τον Κύριο και να σφάξει το γιό του Ισαάκ γνωρίζοντας ότι θα υπάρξει θεία παρέμβαση που θα σώσει τον μονογενή του. Αν το γνώριζε, η ενέργειά του δεν θα ήταν απροϋπόθετη και δεν θα είχε καμμία θεολογική αξία. Έτσι και ο τερματοφύλακας που αποφασίζει για τη γωνία όπου θα εκτιναχθεί, το κάνει εγκαταλείποντας εκ των προτέρων κάθε βεβαιότητα για την πορεία και το ύψος της μπάλας. Εκθέτοντας το είναι του στην αφόρητη αβεβαιότητα της στιγμής, αναζητά τη λυτρωτική επέμβαση σχεδόν τυφλά.


Παρασκευή 3 Αυγούστου 2007

Ποδόσφαιρο και Φιλοσοφία

Ποδόσφαιρο και Φιλοσοφία

Του Étienne de La Boétie

Μέρος Α

Σοβαρά Παιχνίδια

Στo αξεπέραστο σκετς τους “International Philosophy οι Monty Python εκμεταλλεύτηκαν χιουμοριστικά την ιδέα της συνάντησης δύο κόσμων που εκ πρώτης όψεως είναι εντελώς ασύμβατοι μεταξύ τους: από τη μία αυτόν του ποδοσφαίρου, ενός λαϊκού και μαζικού αθλήματος που δεν διεκδικεί ούτε τις δάφνες του κλασικού αθλητισμού ούτε τον ταξικά εκλεπτυσμένο χαρακτήρα άλλων σύγχρονων αθλημάτων, και από την άλλη της φιλοσοφίας, της πιο “υψηλής,” πιο ατομικά εκφραζόμενης και πιο δυσνόητης των επιστημών του ανθρώπου. Το κωμικό στοιχείο προέκυπτε από την εκ των προτέρων δεδομένη δια της κοινής λογικής αδυναμία των φιλοσόφων—Ελλήνων και Γερμανών—να “παίξουν μπάλα,” την ασυμβατότητα τους δηλαδή με το παιχνίδι ως γενικότερη έκφανση ενός ζειν που είναι απαλλαγμένο από την βλοσυρή φιλοσοφική βαρύτητα, και με το ποδοσφαιρικό παιχνίδι ως ειδικότερη έκφραση αυτού του ζειν.


Θα ήταν όμως ελλειπής, και ελλειπής φιλοσοφικά, η συζήτηση του σκετς αυτού, αν δεν παρατηρούσε κανείς ότι αυτό που του χαρίζει κάτι παραπάνω από εφήμερη χάρη είναι η κρυφή σαγηνευτικότητα αυτής ακριβώς της εικόνας: η ιδέα δηλαδή της χαρμόσυνης συμφιλίωσης μιας φιλοσοφίας που μαθαίνει να “παίζει μπάλα,” και ενός ποδοσφαίρου που μαθαίνει να φιλοσοφεί--να φιλοσοφεί πρακτικά, μέσω του τρόπου με τον οποίο παίζει. Όχι τυχαία, ο σκόρερ του εν λόγω αγώνα είναι ο Σωκράτης, ο πιο παιχνιδιάρης ίσως των φιλοσόφων, αυτός για τον οποίο ήταν πάντα δύσκολο να αποφασίσει κανείς αν μιλάει σοβαρά ή όχι, ή αν στο λόγο του σοβαρότητα και παιχνίδι ήταν ασύμβατες κατηγορίες. Και το γκολ, όπως θα ταίριαζε σε ένα πολέμιο των σοφιστών που στον Τίμαιο ταυτίζει τον εαυτό του μαζί τους, είναι εμπνευσμένα αμφισβητούμενο, όπως όλα τα γκολ φιλοσόφων στους αντιπάλους τους—του Σωκράτη στους Σοφιστές, του Χέγκελ στον Καντ, του Νίτσε στον Σωκράτη, του Μαρξ στον Χέγκελ, του Χάιντεγκερ σε όλους τους προηγούμενους, ή του Ντεριντά στον Χάιντεγκερ.


Υπάρχει λοιπόν τρόπος να πάρει κανείς το σκετς αυτό για την ιλαρή συνάντηση του παιγνίου και της φιλοσοφικής σοβαρότητας σοβαρά—που σημαίνει αναγκαστικά παιγνιωδώς, μιας και για να θυμηθούμε πάλι τον Σωκράτη, η φιλοσοφία δεν είναι παρά ένα σοβαρό παιχνίδι. Αυτό ίσως είναι το νόημα της διαβόητης δήλωσης του Ζακ Ντεριντά, του σημαντικότερου πιθανότατα φιλοσόφου του 20ου αιώνα, γνωστού για τα ατέρμονα του γλωσσικά παιχνίδια, ότι το όνειρό του ήταν να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής (γεννημένος στην Αλγερία, πιθανότατα θα ήθελε να είχε γίνει ένας Ζινεντίν Ζιντάν avant la lettre). Αλλά και στα καθ ‘ημάς, ο επίσης εκλιπών Παναγιώτης Κονδύλης, ένας από τους σημαντικότερους εκφραστές της κριτικής απέναντι στον φιλελευθερισμό πολιτικής φιλοσοφίας, δεν είχε παραλείψει να δηλώσει ότι το μόνο που κάνει στην Γερμανία όταν δεν διαβάζει ή γράφει είναι να ασχολείται με το ποδόσφαιρο (βλέποντας ίσως στον ποδοσφαιρικό αγώνα κάτι σαν την τελετουργικά επαναλαμβανόμενη έκφραση της πρωταρχικότητας της σύγκρουσης και του αγώνα που συνδέει τον Ηράκλειτο και την αρχαία θεωρία του πολιτικού με τον αντι-φιλελευθερισμό του Μαρξ ή του Σμιτ).


Υπάρχει κάτι περισσότερο από ανεκδοτολογικό ενδιαφέρον σε αυτά τα παραδείγματα? Υπάρχει η δυνατότητα, με άλλα λόγια, να σκεφτεί κανείς φιλοσοφικά τόσο για το ποδόσφαιρο (κοιτάζοντας δηλαδή το παιχνίδι από έξω προς τα μέσα) όσο και με το ποδόσφαιρο (συναντώντας δηλαδή τη φιλοσοφία μέσα από την αυτο-θεωρητικοποίηση της ποδοσφαιρικής πρακτικής)? Θα απαντούσα, με πνεύμα τόσο παιγνιώδες όσο και σοβαρό, καταφατικά στις ερωτήσεις αυτές. Ας εξετάσουμε κάποιες από τις σημαντικές συναντήσεις φιλοσοφίας και ποδοσφαίρου, συνοπτικά και επιγραμματικά:


1. Η διαλεκτική ειρωνεία της ισοπαλίας

Τα περισσότερα αθλήματα κινούνται με βάση μια δυαδική λογική: υπάρχει νικητής και ηττημένος. Οι κατηγορίες αυτές όμως αναγκαστικά παραμένουν απόλυτες και στείρες στο βαθμό που στερούνται διαμεσολάβησης (mediation) και άρα δυνατότητας διαλεκτικοποίησης. Ως εκ τούτου στερούνται επίσης της δυνατότητας να οδηγήσουν στην ειρωνική γνώση, στην σύλληψη δηλαδή της ιστορικής μεταβλητότητας των πραγμάτων και της μεταλλαγής τους στα αντίθετά τους (μία από τις βασικές αρχές της διαλεκτικής του Χέγκελ). Ένα αγωνιστικό σύμπαν που περιλαμβάνει μόνο νικητές και ηττημένους έχει στενό χώρο περισυλλογής για αυτό που διαμεσολαβεί ανάμεσα στη νίκη και την ήττα εγγράφοντας τη μία μέσα στην άλλη—ως Πύρρειο νίκη για παράδειγμα, ή ως ευτυχή ήττα.

Η ποδοσφαιρική κατηγορία της ισοπαλίας—που δεν είναι ούτε νίκη ούτε ήττα, αλλά συγκρατεί και αφήνει να διαφανεί το ίχνος και των δύο ταυτόχρονα—αποτελεί ως εκ τούτου σημαντικό τρόπο προβληματικοποίησης της αφέλειας του δυαδισμού νίκης και ήττας στα περισσότερα των αθλημάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι συνήθως, οι ισοπαλίες αφήνουν στους οπαδούς και των δύο ομάδων πικρή γεύση. Η γεύση αυτή είναι η γεύση της ίδιας της διαλεκτικής ειρωνείας, η γεύση του κωνείου που χαμογελαστά πίνει ο Σωκράτης: ίσως γιατί ξέρει ότι ανάμεσα στο “φάρμακον” του κωνείου και το “φάρμακον” του φιλοσοφικού λόγου (βλ. Ντεριντά, “Πλάτωνος Φαρμακεία”) υπάρχει μια κάποια ισορροπία δυνάμεων, μια κάποια ισοπαλία. Ο Θουκυδίδης έδειξε στην Ιστορία των Πελοππονησιακών Πολέμων ότι γνώριζε εξίσου καλά την πικρή αυτή γεύση της διαλεκτικής γνώσης, αναγκασμένος να καταγράψει την σύλληψη μιας αλήθειας πολυπλοκότερης από τον αφελή ηρωισμό του Ομηρικού έπους: την ιδιαίτερα οδυνηρή, άγονη και χρονοβόρα “ισοπαλία” μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών που μακροπρόθεσμα θα έβρισκε και τους δύο χαμένους. Το ποδόσφαιρο γνωρίζει καλά πως υπάρχουν ισοπαλίες καταστροφικότερες από τις ήττες, άλλες που είναι σημαντικότερες από τις νίκες, και άλλες που δεν κρίνουν απολύτως τίποτε παρά την παράταση της αγωνίας για το τελικό αποτέλεσμα ενός ευρύτερου αγώνα. Πιθανόν, αν γεννιόντουσαν αργότερα, οι ιδρυτές της φιλοσοφικής και ιστορικής διαλεκτικής να ήταν ποδοσφαιρόφιλοι.


2. Η πρακτική της δημοκρατίας

Σε ένα από τα επεισόδια των Simpsons οι σεναριογράφοι φαντάζονται ένα μάτσο βαριεστημένων Αμερικανών να παρακολουθούν έναν αγώνα ποδοσφαίρου που διαφημίζεται ως ικανός να κρίνει “ποια είναι η ισχυρότερη χώρα του κόσμου: H Πορτογαλία ή το Μεξικό.” Η κωμική λεπίδα κόβει προς δύο κατευθύνσεις ταυτόχρονα. Από τη μία το αστείο είναι με τους Αμερικανούς και εις βάρος των υπολοίπων—είναι δεδομένο για τον τηλεθεατή της σειράς ότι ισχυρότερη χώρα είναι οι ΗΠΑ και άρα ότι η ενασχόληση με το ποδόσφαιρο δεν συμβαδίζει με τα προφανή δεδομένα της πραγματικότητας. Από την άλλη όμως το αστείο είναι πικρόχολα εις βάρος των ίδιων των Αμερικανών θεατών: το ποδόσφαιρο είναι το άθλημα όπου ο πολιτικά ή οικονομικά αδύνατος έχει ελπίδα, το άθλημα της έμπρακτης δημοκρατίας. Οι Αμερικανοί, οι επίσημοι δηλαδή εκπρόσωποι του πλανητικού εκδημοκρατισμού ως ιδεολογίας, καταλήγουν να δέχονται ως επίπλαστη τη δική τους ρητορική στο βαθμό που γελούν αυτάρεσκα με το αστείο.

Η σχέση του ποδοσφαίρου με την έμπρακτη δημοκρατία είναι πολλαπλή και βρίσκεται στη βάση της παγκόσμιας απήχησής του στις μάζες. Οι υλικές-οικονομικές προϋποθέσεις του είναι απόλυτα σπαρτιάτικες: μια μπάλα, έστω και αυτοσχέδια φτιαγμένη. Σε όλο τον πλανήτη το ποδόσφαιρο παίχτηκε, παίζεται και θα συνεχίσει να παίζεται ως άθλημα απόλυτα μινιμαλιστικό, όσα χρήματα και όση χρυσόσκονη και να επενδύονται στις επίσημες διοργανώσεις. Οι ρίζες του στην Αγγλική εργατική τάξη και τους έγχρωμους, ιθαγενείς και αποικιοκρατούμενους συνεχίζουν να τρέφουν όνειρα ξυπόλυτης ευτυχίας, και όχι μόνο αυτά που στο τέλος αποζημιώνονται με το χρώμα του χρήματος. Αυτοί που φαντασιώνονται τη δόξα στις αλάνες θα είναι πάντα περισσότεροι από αυτούς που βρίσκουν το δρόμο της μεταπρατικής νιρβάνα του “χρυσού συμβολαίου.”

Η δημοκρατικότητα του ποδοσφαίρου ως πρακτικής εκτείνεται, όπως ήδη επέδειξα, στον τρόπο με τον οποίο επαναχαρτογραφεί την διεθνή ιεραρχία δυνάμεων: Η συντριπτική πλειοψηφία των ατομικών και ομαδικών αθλημάτων στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου αναδιατύπωνε την γεωπολιτική σύγκρουση Ανατολικού-Δυτικού μπλοκ με σφήνα την “τρίτη λύση” του Κινέζικου μοντέλου. Την ίδια εποχή, οι ηγεμόνες και τα πρότυπα του παγκόσμιου ποδοσφαίρου ήταν Βραζιλιάνοι, Αργεντίνοι, Ολλανδοί, Ιταλοί και Γερμανοί. Ο ποδοσφαιρόφιλος οπαδός, σε επίπεδο εθνών κρατών, είναι συνηθισμένος στην ιδέα της ισχύος των συχνά πολιτικά και οικονομικά αδυνάτων. Το ποδόσφαιρο παραμένει, σε πείσμα των αθεράπευτα κυνικών εκβιομηχανιστών και προμότερς του, ένα δικαιοκρατούμενο καρναβάλι όπου για λίγο ο κόσμος γυρίζει ανάποδα και ο φτωχός παίρνει τη θέση στον ήλιο που του στερεί η "κανονική" ζωή. Αν η Αdidas τιτλοφόρησε την καμπάνια του Euro 2004 “Impossible is Nothing,” η παντελώς άσημη και άκρως αντιεμπορική Εθνική της χώρας μας έδωσε στο σλόγκαν μια μάλλον σαρκαστικά κυριολεκτική γεύση για την πολυεθνική που πίστεψε τόσο λίγο στα ίδια της τα λόγια που δεν είχε προωθήσει στην αγορά πάνω από μια χούφτα από τις γαλανόλευκες που η ίδια σχεδίασε.

Τέλος, η δημοκρατικότητα του ποδοσφαίρου εκφράζεται στο πιο άμεσα υλικό και απτό επίπεδο, αυτό του ίδιου του σώματος. Κοντοί, ψηλοί, στραβοκάνηδες, παχουλοί, κοκκαλιάρηδες, άνθρωποι με στενό στέρνο ή αδύνατα χέρια—όλοι δυνητικά ελπίζουν, για όλους δυνητικά υπάρχει θέση σε μία ενδεκάδα. Χωρίς αμφιβολία, η επαγγελματικοποίηση και εμπορευματικοποίηση του ποδοσφαίρου έχει συρρικνώσει τα όρια της σωματικής δημοκρατίας. Παρ’ όλα αυτά, το κοντόχοντρο αλλά μανιασμένα ευέλικτο και κινητικό σώμα του Ντιέγκο Αρμάντο συνεχίζει να αποτελεί φάρο ελπίδας για τους φιλόδοξους ποδοσφαιριστές την ίδια στιγμή που το σώμα καταντά τυραννικό και απαγορευτικό όριο και όχι μέσο ελεύθερης και αυτόβουλης παιγνιώδους έκφρασης στα περισσότερα σύγχρονα αθλήματα. H φιλοσοφία στοχάστηκε την δημοκρατία εκ μέρους της δημοκρατίας για πάνω από δύο χιλιετίες. Το ποδόσφαιρο φιλοσοφεί στο βαθμό που υλοποιεί την απραγματοποίητη υπόσχεση της δημοκρατίας σε ένα πλανητικά διασπαρμένο ενενηντάλεπτο.




Δευτέρα 25 Ιουνίου 2007

Νέα blogs

Από σήμερα εγκαινιάζουμε δυο επιπλέον blogs. Το thrylos-football.blogspot.com θα βρείτε νέα για την ποδοσφαιρική ομάδα, ανακοινώσεις της ΠΑΕ και αναλύσεις των αγώνων του Ολυμπιακού, ενώ στο thrylos-basketball.blogspot.com θα βρείτε ο,τι αφορά την μπασκετική ομάδα. Στο παρόν blog, θα μπορείτε να βρείτε γενικά νέα για τον Ολυμπιακό μας, ενώ θα υπάρχει και αρθογραφία και σχολιασμός για τα δρώμενα της ομάδας.

Τέταρτοι σε όλη την Ευρώπη

Μετά την υπερπροσπάθεια της Παρασκευής και την ήττα με 9-10 από την μετέπειτα πρωταθλήτρια ευρώπης Προ Ρέκο, η ομάδα μας έχασε και στο μικρό τελικό απο την Παρτιζαν μετά από ένα καταπληκτικό παιχνιδι που κρίθηκε στην παράταση με σκορ 13-15

Εμεις να δώσουμε πολλά συγχαρητήρια στην ομάδα για την προσπάθεια. Δεν ειναι και λίγο πράγμα να παιζεις σε final four Ευρωπαικής διοργάνωσης. Σχολιάστε την πορεία της ομάδας εδώ

Τα στατιστικά του αγώνα

Τα οκτάλεπτα: 1-1, 4-5, 6-8, 10-10

Τα τρίλεπτα της παράτασης: 2-2, 3-5

Οι σκόρερ των δύο ομάδων:

Ολυμπιακός (Πάτερος): Αφρουδάκης (3), Νίκιτς (1), Χατζηθεοδώρου (1), Θεοδωρόπουλος (2), Ντόσκας (3), Βράνιες (1), Σάντα (1), Σχίζας (1)